Μετάφραση του "ros" σε Ελληνικά

Οι αλητεία, αναγνώριση, διασημότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ros" σε Ελληνικά.

ros verb
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλητεία

    noun feminine
  • αναγνώριση

    noun
  • διασημότητα

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συρφετός
    • φήμη
    • όχλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ros " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ros" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ροδώδη
  • δοξάζω · επαινώ · ροδή · ροζέ · ρόδο · τριαντάφυλλο · τριανταφυλλιά · υμνώ
  • Ροδώδη
  • δεν υπάρχει ρόδο χωρίς αγκάθι
  • Τριανταφυλλιά
  • Το όνομα του Ρόδου
  • ανεμοπύρωμα · ερυσίπελας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ros" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη