Μετάφραση του "router" σε Ελληνικά

Οι δρομολογητής, Δρομολογητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "router" σε Ελληνικά.

router
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρομολογητής

    noun masculine

    Hver router informerer med jævne mellemrum naborouterne om, hvilke net den kender, og hvordan de nås.

    Κάθε δρομολογητής ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα τους γειτονικούς δρομολογητές σχετικά με τα δίκτυα που γνωρίζει και τον τρόπο πρόσβασης σε αυτά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " router " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Router
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δρομολογητής

    ηλεκτρονική συσκευή η οποία αναλαμβάνει την αποστολή και λήψη πακέτων δεδομένων

    Hver router informerer med jævne mellemrum naborouterne om, hvilke net den kender, og hvordan de nås.

    Κάθε δρομολογητής ενημερώνει σε τακτά χρονικά διαστήματα τους γειτονικούς δρομολογητές σχετικά με τα δίκτυα που γνωρίζει και τον τρόπο πρόσβασης σε αυτά.

Φράσεις παρόμοιες με "router" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "router" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη