Μετάφραση του "russisk" σε Ελληνικά
Οι ρωσικά, ρωσικός, ρούσικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "russisk" σε Ελληνικά.
russisk
adjective
noun
neuter
γραμματική
-
ρωσικά
noun neuterΑνατολική σλαβική γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Ρωσία και στις τέως σοβιετικές δημοκρατίες.
Sig det på russisk!
Πες το στα Ρωσικά!
-
ρωσικός
adjectiveDen russiske befolkning må ikke overlades til sig selv.
Ο ρωσικός πληθυσμός δεν πρέπει να αφεθεί να το αντιμετωπίσει μόνος του.
-
ρούσικος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Ρωσικά
- ρωσική γλώσσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " russisk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "russisk"
Φράσεις παρόμοιες με "russisk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ρωσική Ομοσπονδία
-
Ρωσική Αυτοκρατορία
-
Ειδικές Δυνάμεις · Ειδικές δυνάμεις
-
δεν μιλώ ρωσικά
-
ρώσικη ρουλέτα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη