Μετάφραση του "scepter" σε Ελληνικά

Το σκήπτρο είναι η μετάφραση του "scepter" σε Ελληνικά.

scepter
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκήπτρο

    noun neuter

    Διακοσμητική ράβδος που κατέχει ένας μονάρχης προς ένδειξη της εξουσίας του.

    Jeg dræbte mumien og hans tjenere og stjal hans scepter.

    Σκότωσα τη μούμια και τα όργανά της κι έκλεψα το σκήπτρο του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " scepter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "scepter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη