Μετάφραση του "sejler" σε Ελληνικά
Οι ιστιοπλόος, ναύτης, Ιστιοπλόος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sejler" σε Ελληνικά.
sejler
noun
verb
common
w
γραμματική
-
ιστιοπλόος
noun masculine -
ναύτης
noun masculineDu skal tænke som en sejler.
Πρέπει να σκέφτεσαι σαν ναύτης.
-
Ιστιοπλόος
person der bedriver sejling
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " sejler " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "sejler"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη