Μετάφραση του "servil" σε Ελληνικά

Οι γλύφτης, δουλοπρεπής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "servil" σε Ελληνικά.

servil
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γλύφτης

    adjective masculine
  • δουλοπρεπής

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " servil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "servil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη