Μετάφραση του "siddeplads" σε Ελληνικά

Οι διάταξη θέσεων, καθίσματα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "siddeplads" σε Ελληνικά.

siddeplads
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάταξη θέσεων

    noun
  • καθίσματα

    noun

    En konstruktion med betræk, der tjener som siddeplads for mindst to voksne personer.

    Πλήρης δομή μαζί με την επένδυσή της, η οποία προορίζεται ως κάθισμα ενός ή περισσοτέρων ενηλίκων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " siddeplads " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "siddeplads" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη