Μετάφραση του "snegl" σε Ελληνικά
Οι σαλιγκάρι, σάλιαγκας, καράολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "snegl" σε Ελληνικά.
snegl
noun
verb
common
w
γραμματική
-
σαλιγκάρι
noun neuterI det samme kommer manden ud på vej til arbejde og får øje på sneglen igen.
Ο άντρας βγαίνει απ ́ το σπίτι για να πάει στη δουλειά του βλέπει ξανά το σαλιγκάρι.
-
σάλιαγκας
masculine -
καράολος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " snegl " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "snegl"
Φράσεις παρόμοιες με "snegl" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γαστερόποδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη