Μετάφραση του "sort" σε Ελληνικά

Οι μαύρος, μαύρο, μέλαν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sort" σε Ελληνικά.

sort adjective noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαύρος

    noun masculine

    Χρώμα (του ουρανού κατά τη νύχτα και των φτερών του κοτσυφιού) που δημιουργείται από την απορρόφηση όλου του φωτός, χωρίς καθόλου αντικατοπτρισμό | Σκοτεινός και άχρωμος.

    Jeg skulle være den eneste sorte fyr til den her fest.

    Υποτίθεται πως είμαι ο μόνος μαύρος στο πάρτι.

  • μαύρο

    noun neuter

    Hun havde en sort hat på.

    Φορούσε ένα μαύρο καπέλο.

  • μέλαν

    noun neuter

    om indførelse af endelig antidumpingtold på importen af sorte farvedannere med oprindelse i Japan

    για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές μελάνων χρωμοφόρων καταγωγής Ιαπωνίας

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μελανό
    • κακόβουλος
    • είδος
    • μαύρη
    • μελανός
    • Μαύρο
    • μέλας
    • τύπος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sort"

Φράσεις παρόμοιες με "sort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Γυπογεράκα · Τσίφτης
  • Μαύρη Πανώλη · επιδημία πανούκλας · η επιδημία της πνευμονικής πανώλους · μαύρη πανώλη
  • μαύρη χήρα
  • λαθραία απασχόληση
  • Μαύρος νάνος
  • Σβήσιμο-εμφάνιση προς τα έξω, μέσα από μαύρο
  • Η νύφη φορούσε μαύρα
  • μαυροπίνακας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη