Μετάφραση του "start" σε Ελληνικά

Οι εκκίνηση, έναρξη, αρχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "start" σε Ελληνικά.

start noun verb common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκκίνηση

    noun feminine

    For rullende materiel af denne type klassificeres bogierne i henhold til deres adhæsionskoefficient μ ved start.

    Για το εν λόγω τροχαίο υλικό, τα φορεία ταξινομούνται με βάση τον συντελεστή πρόσφυσης μ κατά την εκκίνηση.

  • έναρξη

    noun feminine
  • αρχή

    noun feminine
  • απογείωση

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " start " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "start" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "start" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη