Μετάφραση του "stemmeflerhed" σε Ελληνικά

Το πλειοψηφία είναι η μετάφραση του "stemmeflerhed" σε Ελληνικά.

stemmeflerhed
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλειοψηφία

    Noun

    Det afgiver med stemmeflerhed en begrundet udtalelse om den foreløbige liste, der foreslås af ansættelsesmyndigheden.

    Εκδίδει, κατά πλειοψηφία, αιτιολογημένη γνώμη για το σχέδιο καταλόγου που προτείνεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stemmeflerhed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stemmeflerhed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη