Μετάφραση του "strejke" σε Ελληνικά
Οι απεργία, Απεργία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "strejke" σε Ελληνικά.
strejke
verb
noun
common
γραμματική
-
απεργία
noun feminine -
Απεργία
Hvorfor giver du en skid for hvem der vinder strejken?
Tι σε κόφτει ποιος θα κερδίσει την απεργία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " strejke " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη