Μετάφραση του "stump" σε Ελληνικά

Οι κουφός, αμβλύς, στομωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stump" σε Ελληνικά.

stump noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουφός

    adjective masculine
  • αμβλύς

    επίθετο masculine
  • στομωμένος

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stump " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stump" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη