Μετάφραση του "synonym" σε Ελληνικά

Οι συνώνυμο, συνώνυμο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "synonym" σε Ελληνικά.

synonym adjective noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνώνυμο

    noun neuter

    Begrebet benyttes simpelt hen som synonym for Toldunionen.

    Πράγματι, η έννοια του τελωνειακού εδάφους θεωρείται συνώνυμο της τελωνειακής ένωσης και μόνο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " synonym " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Synonym
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνώνυμο

    noun

    Begrebet benyttes simpelt hen som synonym for Toldunionen.

    Πράγματι, η έννοια του τελωνειακού εδάφους θεωρείται συνώνυμο της τελωνειακής ένωσης και μόνο.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "synonym" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη