Μετάφραση του "tilbede" σε Ελληνικά
Οι αποθεώνω, θαυμάζω, λατρεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tilbede" σε Ελληνικά.
tilbede
verb
γραμματική
-
αποθεώνω
-
θαυμάζω
Verb verb -
λατρεία
noun feminineHan har skabt os med et åndeligt behov, et behov for at tilbede.
Μας σχεδίασε με πνευματική ανάγκη, την ανάγκη να αποδίδουμε λατρεία.
-
προσεύχομαι
verbHvor én vælger at tilbede er private oplysninger, beskyttet ved lov.
Το μέρος που προσεύχεται κάποιος, είναι προσωπικές πληροφορίες που προστατεύονται από το νόμο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " tilbede " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη