Μετάφραση του "tolerance" σε Ελληνικά

Οι ανεκτικότητα, ανοχή, Ανεκτικότητα - Ανοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tolerance" σε Ελληνικά.

tolerance
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανεκτικότητα

    noun feminine
  • ανοχή

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tolerance " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tolerance
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανεκτικότητα - Ανοχή

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tolerance" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη