Μετάφραση του "tomat" σε Ελληνικά

Οι ντομάτα, τομάτα, Τομάτα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tomat" σε Ελληνικά.

tomat noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντομάτα

    noun feminine

    Jeg tror, at den tomat kan udslette al hungersnød.

    Αυτή η ντομάτα θα εξαλείψει την πείνα από τον πλανήτη.

  • τομάτα

    noun feminine

    Desuden er der begrænset konkurrence fra importerede produkter forarbejdet på basis af tomater.

    Επιπλέον, ο ανταγωνισμός των μεταποιημένων προϊόντων με βάση την τομάτα που εισάγονται στην αγορά είναι μικρός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tomat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Tomat
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τομάτα

Εικόνες με "tomat"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tomat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη