Μετάφραση του "top" σε Ελληνικά

Οι κορυφή, αιχμή, ακμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "top" σε Ελληνικά.

top noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορυφή

    noun feminine

    Rejsen er hård, men når man når toppen, er udsigten fantastisk.

    Tο ταξίδι είναι δύσκολο, αλλά μόλις φτάσεις στην κορυφή, η θέα είναι απίστευτη.

  • αιχμή

    noun feminine
  • ακμή

    noun
  • βουνοκορφή

    Noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " top " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

TOP
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ένωση

    noun feminine
  • διάνοια

    noun feminine
  • εργαζόμενος

    noun masculine

    I 2010 tjente den gennemsnitlige arbejder mindre mens dem på toppen tjente mere end dobbelt så meget.

    Μέχρι το 2010, ο εργαζόμενος κέρδιζε όλο και λιγότερα... αλλά αυτός στην κορυφή διπλασίασε τα κέρδη του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεοσεβής άνθρωπος
    • θεοσεβούμενος
    • θεοφοβούμενος
    • θρήσκος άνθρωπος
    • καιρικές συνθήκες
    • καιρός
    • μητέρα

Εικόνες με "top"

Φράσεις παρόμοιες με "top" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "top" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη