Μετάφραση του "ulykke" σε Ελληνικά

Οι ατύχημα, δυστύχημα, δυστυχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ulykke" σε Ελληνικά.

ulykke noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ατύχημα

    noun neuter

    uforudset hændelse med skade

  • δυστύχημα

    noun

    Ifølge Kommissionens forslag udbetales der endvidere et forskudsbeløb ved ulykker.

    Η πρόταση κανονισμού προβλέπει επίσης την προκαταβολή εφάπαξ αποζημιώσεων σε περίπτωση δυστυχήματος.

  • δυστυχία

    noun feminine

    Fyren, som solgte mig den, sagde, at den førte ulykke med sig.

    O τύπος που μου το πούλησε είπε πως οι ευχές θα έφερναν μεγάλη δυστυχία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ulykke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ulykke"

Φράσεις παρόμοιες με "ulykke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ulykke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη