Μετάφραση του "undergrund" σε Ελληνικά

Οι υπέδαφος, Ιζηματογενές πέτρωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "undergrund" σε Ελληνικά.

undergrund
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπέδαφος

    noun

    Eftersmag: den grusholdige undergrund danner grundlaget for en langvarig mineralsk intensitet.

    Επίγευση: το πλούσιο σε αμμοχάλικο υπέδαφος αποτελεί τη βάση για μια έντονα ορυκτώδη γεύση διαρκείας.

  • Ιζηματογενές πέτρωμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " undergrund " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "undergrund" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη