Μετάφραση του "undersøgelse" σε Ελληνικά
Οι έρευνα, αναζήτηση, διερεύνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "undersøgelse" σε Ελληνικά.
undersøgelse
w
γραμματική
-
έρευνα
noun feminine -
αναζήτηση
noun feminine -
διερεύνηση
noun feminineHun mente ikke, det kunne være rigtigt, og bad ombudsmanden fortsætte sin undersøgelse af spørgsmålet.
Πίστευε ότι η πρακτική αυτή ήταν εσφαλμένη και ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να συνεχίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναδίφηση
- δίκη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " undersøgelse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "undersøgelse"
Φράσεις παρόμοιες με "undersøgelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πειραματική μελέτη
-
μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων
-
κοινωνική έρευνα
-
εξέταση (ανάλυση) απαερίων (καυσαερίων)
-
κοινωνιολογική έρευνα
-
διεξαγωγή αποδείξεων
-
συγκριτική μελέτη
-
δοκιμή μεταλλακτικότητας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη