Μετάφραση του "undersøgelse" σε Ελληνικά

Οι έρευνα, αναζήτηση, διερεύνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "undersøgelse" σε Ελληνικά.

undersøgelse w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρευνα

    noun feminine
  • αναζήτηση

    noun feminine
  • διερεύνηση

    noun feminine

    Hun mente ikke, det kunne være rigtigt, og bad ombudsmanden fortsætte sin undersøgelse af spørgsmålet.

    Πίστευε ότι η πρακτική αυτή ήταν εσφαλμένη και ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να συνεχίσει τη διερεύνηση της υπόθεσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναδίφηση
    • δίκη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " undersøgelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "undersøgelse"

Φράσεις παρόμοιες με "undersøgelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "undersøgelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη