Μετάφραση του "vane" σε Ελληνικά

Οι συνήθεια, έθιμο, έξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vane" σε Ελληνικά.

vane noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνήθεια

    noun feminine

    Det synes jeg er en skam og en dårlig vane.

    Ιστεύω ότι είναι κρίμα και αποτελεί άσχημη συνήθεια.

  • έθιμο

    noun neuter
  • έξη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vane " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Vane

Vane (nordisk mytologi)

+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βανίρ

    Vane (nordisk mytologi)

    Vi hylder aserne og vanerne.

    Δόξα στους Εσίρ και Βανίρ.

  • συνήθεια

    noun

    Vanen med at ryge grundlægges som regel i barndommen eller ungdomsårene.

    Το κάπνισμα γίνεται συνήθεια ως επί το πλείστον κατά την παιδική ηλικία ή την εφηβεία.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vane" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη