Μετάφραση του "vulkanisering" σε Ελληνικά

Οι βουλκανισμός, Βουλκανισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vulkanisering" σε Ελληνικά.

vulkanisering γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βουλκανισμός

    noun masculine
  • Βουλκανισμός

    I 1839 opdagede han en proces der er kendt som vulkanisering, hvor gummi tilsættes svovl under varme og tryk.

    Το 1839, ο Γκουντγίαρ ανακάλυψε μια διαδικασία που είναι γνωστή ως βουλκανισμός, κατά την οποία το λάστιχο εμπλουτίζεται με θείο υπό συνθήκες θερμότητας και πίεσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vulkanisering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vulkanisering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη