Μετάφραση του "wc" σε Ελληνικά

Οι τουαλέτα, αποχωρητήριο, μπάνιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "wc" σε Ελληνικά.

wc noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουαλέτα

    noun feminine

    Du spiser ikke, du drikker ikke, du skal ikke på wc.

    Δεν τρως, δεν πίνεις, δεν πας στην τουαλέτα.

  • αποχωρητήριο

    noun neuter
  • μπάνιο

    noun neuter

    Jeg håber for dig, at du er på wc.

    Για το καλό σου, ελπίζω να είσαι στο μπάνιο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λεκάνη
    • λουτρό
    • λεκάνη τουαλέτας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "wc"

Φράσεις παρόμοιες με "wc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κωλόχαρτο · χαρτί τουαλέτας · χαρτί υγείας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη