Μετάφραση του "website" σε Ελληνικά

Οι ιστότοπος, ιστοχώρος, διαδικτυακός τόπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "website" σε Ελληνικά.

website noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιστότοπος

    noun masculine

    σύνολο σχετιζόμενων ιστοσελίδων που εξυπηρετούνται από ένα όνομα χώρου

  • ιστοχώρος

    noun masculine
  • διαδικτυακός τόπος

    noun
  • δικτυακός τόπος

    noun

    I øjeblikket er EUROPA utvivlsomt den vigtigste website, som offentligheden har adgang til, og den mest besøgte i Europa.

    Σήμερα ο EUROPA είναι, χωρίς αμφιβολία, ο σημαντικότερος δικτυακός τόπος που είναι ανοικτός στο κοινό και δέχεται τις περισσότερες επισκέψεις.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " website " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "website" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη