Μετάφραση του "ydelse" σε Ελληνικά
Το παροχή είναι η μετάφραση του "ydelse" σε Ελληνικά.
ydelse
noun
common
γραμματική
-
παροχή
Der henføres ingen ydelser for ansatte, som forventes at forlade virksomheden inden for 10 arbejdsår.
Για εργαζόμενους που αναμένεται να αποχωρήσουν μέσα σε δέκα χρόνια, δεν κατανέμεται καμία παροχή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ydelse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ydelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επίδομα λόγω θανάτου
-
επικουρικό επίδομα
-
παροχή επιζώντων
-
χαλάρωση (περιορισμός) λειτουργίας σταθμού
-
μη ανταποδοτική παροχή
-
κοινωνική παροχή
-
κοινωνική ασφάλεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη