Μετάφραση του "Abdeckung" σε Ελληνικά

Οι κάλυψη, κάλυμμα, επένδυση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Abdeckung" σε Ελληνικά.

Abdeckung noun Noun feminine γραμματική

Struktur oder Material, das ein Gebäude abdeckt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κάλυψη

    noun

    Struktur oder Material, das ein Gebäude abdeckt.

    Anhand der vorhandenen Datenquellen wurde ein vorläufiger Index mit einer partiellen Abdeckung erstellt.

    Καταρτίστηκε προσωρινός δείκτης με μερική κάλυψη χρησιμοποιώντας τις υπάρχουσες πηγές δεδομένων.

  • κάλυμμα

    noun neuter

    Struktur oder Material, das ein Gebäude abdeckt.

    Eine den obigen Bestimmungen entsprechende Abdeckung ist zulässig.

    Επιτρέπεται η χρήση καλύμματος που πληροί τις προδιαγραφές της προηγούμενης παραγράφου.

  • επένδυση

    noun

    Struktur oder Material, das ein Gebäude abdeckt.

    Bei leicht reizbaren oder sehr schreckhaften Reptilien kann die durchsichtige Frontwand mit einer abnehmbaren Abdeckung versehen werden.

    Στην περίπτωση των ερπετών που είναι ευερέθιστα ή φοβούνται εύκολα, το διαφανές τοίχωμα μπορεί να είναι εφοδιασμένο με αποσπώμενη επένδυση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επικάλυμμα
    • περικάλυμμα
    • σκέπασμα
    • επικάλυψη
    • επίστρωση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abdeckung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Abdeckung"

Φράσεις παρόμοιες με "Abdeckung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abdeckung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη