Μετάφραση του "Aborigine" σε Ελληνικά

Οι Αβορίγινας, ιθαγενής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aborigine" σε Ελληνικά.

Aborigine Noun masculine γραμματική

Ureinwohner, insbes. Australiens

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αβορίγινας

    proper masculine

    Wie unser Aborigine-Freund sagte:

    Όπως λέει και ο Αβορίγινας φίλος μας,

  • ιθαγενής

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aborigine " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Aborigine"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aborigine" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη