Μετάφραση του "Abschwung" σε Ελληνικά

Το ύφεση είναι η μετάφραση του "Abschwung" σε Ελληνικά.

Abschwung noun masculine γραμματική

schwächelnde Konjunktur (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύφεση

    noun

    Wirtschaftlicher Abschwung kann ländliche Gemeinden ganz besonders treffen.

    Οι αγροτικές κοινότητες περιλαμβάνονται ενδεχομένως στις πλέον εκτεθειμένες στην οικονομική ύφεση κοινότητες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Abschwung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Abschwung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη