Μετάφραση του "Accessoire" σε Ελληνικά

Το αξεσουάρ είναι η μετάφραση του "Accessoire" σε Ελληνικά.

Accessoire noun neuter γραμματική

(modisches) Zubehör

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξεσουάρ

    noun

    Sie wollten ein Accessoire, das auf ihren Weihnachtskarten lächelt.

    Ήθελαν ένα αξεσουάρ για να χαμογελά στην Χριστουγεννιάτικη κάρτα τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Accessoire " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Accessoire" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη