Μετάφραση του "Achterbahn" σε Ελληνικά

Οι τρενάκι, τρενάκι του λούνα παρκ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Achterbahn" σε Ελληνικά.

Achterbahn noun Noun feminine γραμματική

Eine Attraktion in Freizeitparks bei denen Wagen auf Schienen Höhen, Tiefen, Kurven und Schrauben durchfahren.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρενάκι

    Noun

    Wenn ich einschlafe, lande ich wieder in der Achterbahn.

    Αν κοιμηθώ θα ξαναμπώ στο τρενάκι του τρόμου.

  • τρενάκι του λούνα παρκ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Achterbahn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Achterbahn"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Achterbahn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη