Μετάφραση του "Adressat" σε Ελληνικά

Οι παραλήπτης, αποδέκτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Adressat" σε Ελληνικά.

Adressat noun Noun masculine γραμματική

Person, an die ein Brief, Paket bzw. eine E-Mail geschickt wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραλήπτης

    noun masculine

    Person, an die ein Brief, Paket bzw. eine E-Mail geschickt wird.

    Der Adressat wird davon mittels Telefax oder sonstiger technischer Kommunikationsmittel benachrichtigt.

    Ο παραλήπτης ειδοποιείται με τηλεομοιοτυπία ή με οποιοδήποτε άλλο τεχνικό μέσο επικοινωνίας.

  • αποδέκτης

    noun masculine

    Der Kläger wäre somit nicht ihr potenzieller Adressat.

    Ο προσφεύγων δεν είναι συνεπώς ο δυνητικός αποδέκτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Adressat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Adressat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη