Μετάφραση του "Aggregation" σε Ελληνικά

Οι συνάθροιση, συσσώρευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aggregation" σε Ελληνικά.

Aggregation noun feminine γραμματική

Ansammlung (von)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνάθροιση

    noun

    Die Arten der zur Aggregation der Rohmessdaten über die statistische Einheit verwendeten statistischen Methoden.

    Οι τύποι στατιστικών μεθόδων που χρησιμοποιούνται για τη συνάθροιση δεδομένων πρωτογενών μετρήσεων σε μια στατιστική ενότητα.

  • συσσώρευση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aggregation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aggregation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη