Μετάφραση του "Akronym" σε Ελληνικά

Οι ακρωνύμιο, ακρώνυμο, ἄκρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Akronym" σε Ελληνικά.

Akronym noun neuter γραμματική

Abkürzung, die aus den Anfangsbuchstaben eines der Wörter eines Ausdrucks oder eines Namens gebildet wird

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακρωνύμιο

    noun neuter

    Akronym der zuständigen Behörde angeben, die die ursprüngliche Maßnahme mitgeteilt hat.

    Πεδίο που συμπληρώνεται με το ακρωνύμιο της αρμόδιας αρχής που κοινοποίησε την αρχική ενέργεια.

  • ακρώνυμο

    neuter

    Das Akronym des Trägers tritt an die Stelle der vollständigen Bezeichnung.

    Αντί για το πλήρες όνομα, αναγράφεται το ακρώνυμο του φορέα.

  • ἄκρος

    Abkürzung, die aus den Anfangsbuchstaben eines der Wörter eines Ausdrucks oder eines Namens gebildet wird

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Αρκτικόλεξο
    • αρκτικόλεξο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Akronym " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Akronym" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Akronym" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη