Μετάφραση του "Aktuar" σε Ελληνικά

Οι αναλογιστής, αναλογιστική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aktuar" σε Ελληνικά.

Aktuar

Aktuar (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναλογιστής

    noun masculine

    wissenschaftlicher Sachverständiger, der im Versicherungswesen, im Bausparwesen oder der Altersversorgung auf der Grundlage mathematisch-statistischer Methoden der Versicherungsmathematik eingesetzt ist

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aktuar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

aktuar
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναλογιστική

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aktuar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη