Μετάφραση του "Akut" σε Ελληνικά
Οι οξεία, αιχμηρός, οξύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Akut" σε Ελληνικά.
Akut
noun
masculine
γραμματική
-
οξεία
NounMumps ist eine akute Infektionskrankheit, die vom Mumpsvirus hervorgerufen wird.
Η παρωτίτιδα είναι μια οξεία ασθένεια που προκαλείται από τον ιό της παρωτίτιδας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Akut " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
akut
adjective
γραμματική
urgent (veraltet) [..]
-
αιχμηρός
adjective masculine -
οξύς
adjectiveBei akuten Schmerzen hätte ich immer Angst vor Blutungen ante partum.
Θα υπολόγιζα πάντα την προ-τοκετικη αιμορραγία, όταν ο πόνος είναι πολύ οξύς.
Φράσεις παρόμοιες με "Akut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οξύ έμφραγμα
-
έμφραγμα · έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Οξεία μυελογενής λευχαιμία
-
Ψευδομεμβρανώδης λαρυγγίτιδα
-
μέση ωτίτιδα
-
οξεία ηπατίτιδα
-
Οξεία κοιλία
-
οξεία βρογχίτιδα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη