Μετάφραση του "Akut" σε Ελληνικά

Οι οξεία, αιχμηρός, οξύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Akut" σε Ελληνικά.

Akut noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • οξεία

    Noun

    Mumps ist eine akute Infektionskrankheit, die vom Mumpsvirus hervorgerufen wird.

    Η παρωτίτιδα είναι μια οξεία ασθένεια που προκαλείται από τον ιό της παρωτίτιδας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Akut " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

akut adjective γραμματική

urgent (veraltet) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιχμηρός

    adjective masculine
  • οξύς

    adjective

    Bei akuten Schmerzen hätte ich immer Angst vor Blutungen ante partum.

    Θα υπολόγιζα πάντα την προ-τοκετικη αιμορραγία, όταν ο πόνος είναι πολύ οξύς.

Φράσεις παρόμοιες με "Akut" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Akut" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη