Μετάφραση του "Albernheit" σε Ελληνικά

Οι κουταμάρα, παιδιαρίσματα, σαχλαμάρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Albernheit" σε Ελληνικά.

Albernheit noun feminine

Geblödel (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουταμάρα

    noun
  • παιδιαρίσματα

    Wollen wir jetzt die Albernheiten lassen und auf den Punkt kommen?

    Δεν αφήνουμε τα παιδιαρίσματα και να μπούμε στο θέμα;

  • σαχλαμάρα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Albernheit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Albernheit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη