Μετάφραση του "Alchemist" σε Ελληνικά

Το αλχημιστής είναι η μετάφραση του "Alchemist" σε Ελληνικά.

Alchemist noun masculine γραμματική

Jemand, der Alchemie praktiziert.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλχημιστής

    noun masculine

    Alchemie praktizierende Person [..]

    Hat Kierkan, der mächtige Alchemist, etwa Angst vor drei kleinen Hexen?

    Ο πανίσχυρος αλχημιστής Κίρκαν, φοβάται τρεις μικρές μάγισσες;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alchemist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alchemist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη