Μετάφραση του "Alkali" σε Ελληνικά

Το αλκάλιο είναι η μετάφραση του "Alkali" σε Ελληνικά.

Alkali noun neuter γραμματική

Hydroxid der Alkalimetalle

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλκάλιο

    Noun

    Eine Verätzung, verursacht durch eine starke Alkali-Verbindung.

    Είναι χημικό έγκαυμα από κάποιο καυστικό αλκάλιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alkali " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Alkali" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alkali" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη