Μετάφραση του "Aloe" σε Ελληνικά

Το αλόη είναι η μετάφραση του "Aloe" σε Ελληνικά.

Aloe

wiss. N.: Aquilaria agallocha

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλόη

    noun feminine

    Als feines Pulver wird es dann unter der Bezeichnung „Aloe“ verkauft.

    Κατόπιν το κονιορτοποιούν και το διαθέτουν στο εμπόριο με το όνομα «αλόη».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aloe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Aloe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aloe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη