Μετάφραση του "Alt" σε Ελληνικά

Οι άλτο, Άλτο, κοντράλτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Alt" σε Ελληνικά.

Alt noun Noun masculine neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άλτο

    noun neuter

    ihre Stimmen zu singen — Sopran, Alt, Tenor und Bass —

    να τραγουδήσουν το κομμάτι τους — σοπράνο, άλτο, τενόρος και μπάσος —

  • Άλτο

    Stimmlage

    ihre Stimmen zu singen — Sopran, Alt, Tenor und Bass —

    να τραγουδήσουν το κομμάτι τους — σοπράνο, άλτο, τενόρος και μπάσος —

  • κοντράλτο

    Alt: Eine seltene tiefe Stimmlage bei Frauen.

    Κοντράλτο: Σπάνια γυναικεία φωνή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Alt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

alt adjective γραμματική

viele Jahre auf dem Buckel haben (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • παλιός

    adjective masculine

    In der Stadt gibt es ein altes Kino.

    Στην πόλη υπάρχει ένας παλιός κινηματογράφος.

  • αρχαίος

    adjective masculine

    Ich wollte die anderen warnen, dass der alte Feind zurückkehrt.

    Προσπάθησα να ειδοποιήσω τους άλλους ότι ο αρχαίος εχθρός επέστρεψε.

  • γέρος

    adjective

    Der alte Mann lebt alleine.

    Ο γέρος μένει μόνος του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ηλικιωμένος
    • αρχαία
    • παλαιός
    • γέρικος
    • μεγάλος
    • μπαγιάτικος
    • πρώην
    • γηραιός
    • τέως
    • γριά γέρικο
    • κοντράλτο
    • γερνώ

Εικόνες με "Alt"

Φράσεις παρόμοιες με "Alt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Alt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη