Μετάφραση του "Alt" σε Ελληνικά
Οι άλτο, Άλτο, κοντράλτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Alt" σε Ελληνικά.
-
άλτο
noun neuterihre Stimmen zu singen — Sopran, Alt, Tenor und Bass —
να τραγουδήσουν το κομμάτι τους — σοπράνο, άλτο, τενόρος και μπάσος —
-
Άλτο
Stimmlage
ihre Stimmen zu singen — Sopran, Alt, Tenor und Bass —
να τραγουδήσουν το κομμάτι τους — σοπράνο, άλτο, τενόρος και μπάσος —
-
κοντράλτο
Alt: Eine seltene tiefe Stimmlage bei Frauen.
Κοντράλτο: Σπάνια γυναικεία φωνή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Alt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
viele Jahre auf dem Buckel haben (umgangssprachlich) [..]
-
παλιός
adjective masculineIn der Stadt gibt es ein altes Kino.
Στην πόλη υπάρχει ένας παλιός κινηματογράφος.
-
αρχαίος
adjective masculineIch wollte die anderen warnen, dass der alte Feind zurückkehrt.
Προσπάθησα να ειδοποιήσω τους άλλους ότι ο αρχαίος εχθρός επέστρεψε.
-
γέρος
adjectiveDer alte Mann lebt alleine.
Ο γέρος μένει μόνος του.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ηλικιωμένος
- αρχαία
- παλαιός
- γέρικος
- μεγάλος
- μπαγιάτικος
- πρώην
- γηραιός
- τέως
- γριά γέρικο
- κοντράλτο
- γερνώ
Εικόνες με "Alt"
Φράσεις παρόμοιες με "Alt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεγαλύτερος · πρεσβύτερος
-
μια ηλικιωμένη κυρία
-
Αρχαία Ρώμη
-
γεράματα · γηρατειά
-
σε ηλίκια
-
γεωλογική ηλικία
-
γεροπαράξενος · καρακάξα
-
παλιά καραβάνα