Μετάφραση του "Altersgrenze" σε Ελληνικά
Οι ηλικία συνταξιοδότησης, όριο ηλικίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Altersgrenze" σε Ελληνικά.
Altersgrenze
noun
feminine
-
ηλικία συνταξιοδότησης
Altersgrenze: Die Bewerber müssen in der Lage sein, die volle dreijährige Amtszeit vor Erreichen des Rentenalters abzuleisten.
Όριο ηλικίας: Να είναι σε θέση να ολοκληρώσουν την πλήρη τριετή θητεία προτού φτάσουν σε ηλικία συνταξιοδότησης.
-
όριο ηλικίας
Dafür würde es sich anbieten, die Altersgrenze schrittweise auf 65 Jahre abzusenken, die ohnehin angestrebte endgültige Altersgrenze.
Για τον λόγο αυτό θα ήταν σκόπιμο να μειωθεί σταδιακά το όριο ηλικίας στα 65 έτη, που είναι εξάλλου και το επιδιωκόμενο τελικό όριο ηλικίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Altersgrenze " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη