Μετάφραση του "Aluminium" σε Ελληνικά

Οι αλουμίνιο, αργίλιο, αργίλλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Aluminium" σε Ελληνικά.

Aluminium noun neuter γραμματική

Alu (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλουμίνιο

    noun neuter

    Eine metallische chemische Element (Symbol Al) mit einer Atomzahl von 13. [..]

    Aluminium ist ein Metall.

    Το αλουμίνιο είναι μέταλλο.

  • αργίλιο

    noun neuter

    Chemisches Element mit dem Symbol Al und der Ordnungszahl 13, weißes Leichtmetall, dritthäufigstes Element der Erdkruste. [..]

    Herstellen durch thermische oder elektrolytische Behandlung von nicht legiertem Aluminium oder Abfällen und Schrott, aus Aluminium

    Κατασκευή με θερμική ή ηλεκτρολυτική επεξεργασία από αργίλιο όχι σε κράμα ή απορρίμματα και θραύσματα αργιλίου

  • αργίλλιο

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aluminium " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Aluminium"

Φράσεις παρόμοιες με "Aluminium" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aluminium" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη