Μετάφραση του "Amme" σε Ελληνικά
Οι παραμάνα, βάγια, τροφός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Amme" σε Ελληνικά.
Amme
noun
feminine
γραμματική
Frau, die dafür bezahlt wird das Kind einer anderen Frau zu stillen.
-
παραμάνα
noun feminineElia verbot sogar der Amme, sie zu berühren.
Η Έλια δεν άφηνε την παραμάνα να τα ακουμπάει.
-
βάγια
-
τροφός
noun feminineIch bin sowohl Amme als auch Erzieherin dieses Kindes gewesen.
Σ'αυτό το διάστημα υπήρξα η τροφός και η γυναίκα που θήλασε αυτό το παιδί.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Amme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη