Μετάφραση του "Amphore" σε Ελληνικά

Το αμφορέας είναι η μετάφραση του "Amphore" σε Ελληνικά.

Amphore noun feminine γραμματική

Krug mit zwei Henkeln.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφορέας

    noun masculine

    Krug mit zwei Henkeln. [..]

    Der Legende nach fand man einst im Grab eines Pharaos eine Amphore

    Λένε ότι κάποτε βρέθηκε ένας αμφορέας σε τάφο Φαραώ... που όταν ανοίχτηκε, απελευθέρωσε ένα άρωμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Amphore " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Amphore"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Amphore" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη