Μετάφραση του "Amt" σε Ελληνικά

Οι γραφείο, αξίωμα, αρχές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Amt" σε Ελληνικά.

Amt noun neuter γραμματική

Amtsstelle (schweiz.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραφείο

    noun neuter

    Das Amt kann Ausnahmen von dieser Bestimmung zulassen.

    Το γραφείο μπορεί να επιτρέψει παρέκκλιση από τη διάταξη του πρώτου εδαφίου.

  • αξίωμα

    adjective

    Du verlierst gegen eine Frau, die nie ein Amt innehatte.

    Χάνεις από μια γυναίκα που δεν είχε ποτέ κανένα αξίωμα.

  • αρχές

    noun

    Darüber hinaus wird Eurostat die Diskussionen mit den statistischen Ämtern in Griechenland fortsetzen.

    Ύστερα από αυτή την αποστολή ελέγχου, η Eurostat θα συνεχίσει τις συζητήσεις με τις ελληνικές στατιστικές αρχές.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θέση
    • καθήκον
    • λειτουργία
    • λειτούργημα
    • υπηρεσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Amt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Amt"

Φράσεις παρόμοιες με "Amt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Amt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη