Μετάφραση του "Anarchist" σε Ελληνικά
Οι αναρχικός, αναρχική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anarchist" σε Ελληνικά.
Anarchist
noun
masculine
γραμματική
Anhänger der Ideologie des Anarchismus.
-
αναρχικός
noun masculinePerson, den Anarchismus praktizierend [..]
Ich war als Punk und als Anarchist bekannt, aber das störte anscheinend niemand.
Ήμουν γνωστός ως πανκ και αναρχικός, αλλά κανένας δεν φαινόταν να νοιάζεται.
-
αναρχική
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Anarchist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη