Μετάφραση του "Angeklagter" σε Ελληνικά

Οι κατηγορούμενος, εναγόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Angeklagter" σε Ελληνικά.

Angeklagter noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατηγορούμενος

    noun masculine

    Der Angeklagte wurde zum Tod verurteilt.

    Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε σε θάνατο.

  • εναγόμενος

    particle

    Als Mr. Foster ein Angeklagter war, konnte die Aufzeichnung nicht abgespielt werden.

    Όσο ο κ.Φόστερ ήταν εναγόμενος δεν μπορούσαμε να παίξουμε την κασέτα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Angeklagter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Angeklagter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Angeklagter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη