Μετάφραση του "Angestellte" σε Ελληνικά

Οι υπάλληλος, εργάτης, εργάτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Angestellte" σε Ελληνικά.

Angestellte noun Noun masculine feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπάλληλος

    noun common

    Προσοχή: Angestellte είναι ο υπάλληλος. ΟΧΙ Δημόσιος Υπάλληλος. Ο Δημόσιος Υπάλληλος : Der Beamte (n) / die Beamtin (nen) / ein Beamter.

    Als deine einzige Angestellte sage ich dir, dass es jetzt wirklich reicht.

    Ως η μοναδική σου υπάλληλος, λέω αρκετά πια.

  • εργάτης

    noun masculine
  • εργάτρια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Angestellte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Angestellte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Angestellte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη