Μετάφραση του "Angewohnheit" σε Ελληνικά

Οι συνήθεια, χούι, ιδίωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Angewohnheit" σε Ελληνικά.

Angewohnheit noun feminine γραμματική

Tic (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνήθεια

    noun feminine

    zur Gewohnheit gewordene, oft unreflektierte Verhaltensweise

    Ja, nicht abzuheben ist eine seiner neuen Angewohnheiten.

    Το να μην απαντάει είναι νέα του συνήθεια.

  • χούι

    neuter
  • ιδίωμα

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έθιμο
    • έξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Angewohnheit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Angewohnheit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Angewohnheit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη